Παραμύθι Μυθικό

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Ήχοι από τη χώρα των παραμυθιών

alt

alt


Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Το ματωμένο αστέρι - Παραμύθι

     Άνθρωποι, ζώα και πουλιά, ζούσαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι όλοι μαζί σε μια όμορφη χώρα, μέχρι την στιγμή που πήρε την εξουσία ένας κακός βασιλιάς, που μισούσε τη φύση.

     Έλεγε πως ήταν αλλεργικός και πως δήθεν το φυσικό περιβάλλον τον αρρώσταινε. Τα δέντρα του προκαλούσαν αναγούλα, η θάλασσα και τα ποτάμια τον ζάλιζαν, τα λουλούδια του έφερναν εμετό, τα πουλιά του ανέβαζαν τον πυρετό, και τα ζώα τον έκαναν και έβγαζε σπυράκια.

     Γι' αυτό και συνήθως απέφευγε να κυκλοφορεί πολύ έξω και ειδικά την άνοιξη και το καλοκαίρι. Κυκλοφορούσε παντού μόνο με το βασιλικό αυτοκίνητο.

     Μια μέρα λοιπόν που το βασιλικό αυτοκίνητο χάλασε, ο κακός βασιλιάς αποφάσισε να πάει με τα πόδια από το σπίτι στο παλάτι. Ήταν χειμώνας, μα έτσι καθώς περπατούσε , ξαφνικά μπήκε η Άνοιξη!

     Μια καταπληκτική ανοιξιάτικη μέρα! Τα δέντρα έγιναν μονομιάς καταπράσινα και γεμάτα πουλιά που τραγουδούσαν, τα βουνά σκεπάστηκαν με χιλιάδες χρώματα από τα πολλά λουλούδια και γέμισαν με χαρούμενες φωνές από τα πολλά ζώα που ξύπνησαν και άρχισαν να τριγυρνούν πέρα δώθε ευτυχισμένα, ενώ τα νερά της θάλασσας και των δύο ποταμών, έλαμπαν σαν γαλάζιο ασήμι κάτω από τον ζεστό ήλιο.

     Με το που τα είδε όλα αυτά ο κακός βασιλιάς, έπαθε αλλεργία βαριάς μορφής και έπεσε βαριά άρρωστος με όλα τα συμπτώματα μαζί. Ζαλάδες, πονοκέφαλο, πυρετό, αναγούλες και εμετό.

     Ο γιατρός που τον εξέτασε, του είπε πως όλα αυτά τα έπαθε από το κακό του, και αν ήθελε να γίνει καλά έπρεπε επειγόντως να γίνει καλός, γιατί μόνον έτσι θα χαιρόταν τη φύση και θα ένιωθε υγιής και ευτυχισμένος. Θα μπορούσε λοιπόν να του κάνει στη στιγμή μια μεταμόσχευση καρδιάς. Να του βγάλει την μαύρη που έχει μέσα του και να την αντικαταστήσει με μια ολοκαίνουργια χρυσή καρδιά.

     Ο κακός βασιλιάς πλήρωσε τον γιατρό, τον ευχαρίστησε και αμέσως μετά τον σκότωσε με το βασιλικό περίστροφο, γιατί ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ξαφνικά καλός, σ'αυτή την ηλικία.

     Το ίδιο βράδυ, μάζεψε στην κρεβατοκάμαρά του τις τηλεοπτικές κάμερες και ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, απηύθυνε ένα βασιλικό διάγγελμα στο λαό του, λέγοντάς τους, πως για την φοβερή αρρώστια του φταίει η καταραμένη ανοιξιάτικη φύση και πως αν τον αγαπούν και ήθελαν να σώσουν αυτόν και τη χώρα, θα έπρεπε να εξαφανίσουν και την άνοιξη και τη φύση.

     Με τα πολλά λόγια, τις παροχές και τα ρουσφέτια, τους έπεισε και έτσι από την επόμενη κιόλας μέρα, οι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να ξεριζώνουν τα δέντρα και τα λουλούδια και να κυνηγούν τα ζώα και τα πουλιά. Για κάθε δέντρο ή λουλούδι που έκοβαν, έπαιρναν ένα χρυσό φλουρί και για κάθε ζώο ή πουλί που σκότωναν, ένα πλατινένιο.

     Σε λίγες μέρες, ο βασιλιάς είχε γίνει εντελώς καλά και οι κάτοικοι εντελώς ..πλούσιοι! Τώρα τους είχαν μείνει μόνο τα δύο ποτάμια και η θάλασσα Ο βασιλιάς πρότεινε και άδειασαν τα ποτάμια όλοι μαζί με κουβάδες και έφτιαξαν ο καθένας από δύο πισίνες, μία για να πλένονται αυτοί και μία για να πλένουν τα χρήματά τους. Το μαύρο χρήμα. 

     Τη θάλασσα την κράτησαν όπως ήταν, για να ρίχνουν μέσα τα σκουπίδια τους και έτσι μέσα σε λίγο καιρό, μετατράπηκε σε μια τεράστια χωματερή.

     Επίσης ο βασιλιάς παράγγειλε και του φτιάξανε έναν τεράστιο γυάλινο θόλο, που σε περίπτωση βροχής, άνοιγε και σκέπαζε την πόλη, για να αποφευχθεί έτσι ο κίνδυνος δημιουργίας νέων ποταμών, λιμνών η θαλασσών.

     Σε δύο μόλις μήνες, η Όμορφη Χώρα μετατράπηκε σε Έρημη Χώρα, γεμάτη με άνυδρες, έρημες εκτάσεις, και σε άλλους δυο μήνες, μετατράπηκε σε Τσιμεντένια Χώρα, αφού ο κακός βασιλιάς προχώρησε ακόμα περισσότερο και διέταξε να ασφαλτοστρωθούν και να γίνουν τσιμέντο τα πάντα. 

     Ποτάμια, πεδιάδες, λίμνες και βουνά! Τα σπίτια έγιναν τσιμεντένιες πανάκριβες φυλακές και οι στρατιώτες του βασιλιά, χρυσοπληρωμένοι φρουροί και φύλακες. 

     Σε τέσσερις μήνες, ήταν όλοι βουτηγμένοι στο τσιμέντο και στο χρήμα και σχεδόν είχαν ξεχάσει ότι κάποτε υπήρχαν μαζί τους, δέντρα, ζώα, πουλιά , ποτάμια και θάλασσα.

     Υπήρχε όμως μια γυναίκα, που δεν μπορούσε να ξεχάσει...Μια νεαρή ζωγράφος στην άκρη της πόλης, η Αιμύρα. Τις νύχτες έβγαινε στους δρόμους και ζωγράφιζε πάνω στους τοίχους, όλα αυτά που οι άλλοι είχαν ξεχάσει. 

     Την επόμενη μέρα οι άνθρωποι ξυπνούσαν και έβλεπαν παντού, ζωγραφισμένα δέντρα, λουλούδια, ζώα και ποτάμια, που ήταν τόσο όμορφα, που μοιάζαν αληθινά!

     Ο βασιλιάς που δεν μπορούσε να τα βλέπει ούτε ζωγραφιστά, διέταζε και τα έσβηναν, αλλά αυτή συνέχιζε κάθε νύχτα να ζωγραφίζει...Και μάλιστα, πολλοί ήταν αυτοί που ξυπνούσαν τώρα, λίγο νωρίτερα κάθε πρωί, για να προλάβουν να δουν ένα ζωγραφισμένο λιοντάρι να χορεύει μάμπο, έναν ανοιξιάτικο κήπο να κρέμεται από ένα σύννεφο ή μια ζωγραφιστή μηλιά φορτωμένη με χρυσά αηδόνια...

     Μια μέρα ο βασιλιάς θύμωσε πάρα πολύ με όλη αυτή την κατάσταση και αποφάσισε να βρει τους ενόχους. Απαγόρεψε με βασιλικό διάταγμα, την νυχτερινή κυκλοφορία στους δρόμους.. Όποιος συλλαμβάνονταν να κυκλοφορεί νύχτα και μάλιστα με μπογιές και πινέλα στα χέρια, θα φυλακιζόταν αμέσως και χωρίς δίκη.

     Η νεαρή όμως ζωγράφος, η Αιμύρα, δεν φοβήθηκε τίποτα και την ίδια κιόλας νύχτα βγήκε έξω, για να ζωγραφίσει έναν γκρίζο τσιμεντένιο δρόμο και να τον κάνει γαλανό βελούδινο ποτάμι.

     Την στιγμή που με τα χρώματά της έδινε ζωή σ'ένα μικρό χρυσό ποταμόψαρο, ήλθαν οι φρουροί του βασιλιά, την πιάσανε και την οδήγησαν στη βασιλική φυλακή.

     Εκεί δεν είχε μαζί της ούτε μπογιές ούτε πινέλα...Είχε όμως το αίμα της και ήξερε πως δεν άξιζε να ζήσει αν δεν θα μπορούσε πια να ζωγραφίσει...

     Μόλις έπεσε η νύχτα, τρύπησε μια φλέβα πάνω στο σώμα της και με το αίμα που έτρεξε, ζωγράφισε ένα πετροχελίδονο πάνω στον τοίχο, μίλησε για λίγο μαζί του και μετά κουρασμένη κοιμήθηκε.

     Το πρωί που ξύπνησε, άκουσε μια φωνή. «Καλημέρα Αιμύρα!». Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Ξαφνικά βλέπει ένα πετροχελίδονο μπροστά της να πετάει και να της μιλά με ανθρώπινη φωνή!

     «-Καλημέρα Αιμύρα! Είμαι το πετροχελιδόνι που ζωγράφισες χθες, η πρώτη ζωγραφιά που έκανες με το αίμα σου, και σήμερα είμαι εδώ, μπροστά σου, πραγματικό! Γιατί το αίμα σου Αιμύρα, είναι μαγικό και ό,τι ζωγραφίζεις μ' αυτό, γίνεται αληθινό!».

     Η Αιμύρα, μόλις έπεσε η νύχτα τρύπησε και πάλι το σώμα της, άφησε να χυθεί αρκετό αίμα και αμέσως μετά, άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στον τοίχο διάφορα ζώα! Έναν γορίλα, μια καστανή αρκούδα, έναν λύκο, έναν λύγκα, ένα τσακάλι, έναν ιπποπόταμο, έναν ρινόκερο και τέλος έναν τεράστιο ελέφαντα! 

     Περίμενε λίγες ώρες μέχρι να στεγνώσουν και να ζωντανέψουν και μόλις νύχτωσε για τα καλά, ξεκίνησαν την επιχείρηση PRISON FREE. Άρχισαν να χοροπηδούν όλοι μαζί με δύναμη, μέχρι που ράγισαν οι τοίχοι, σπάσαν τα πατώματα και γκρεμίστηκε η φυλακή. 

     Οι φύλακες τρομοκρατημένοι πετάχτηκαν στους δρόμους, ενώ η Αιμύρα με τα ζώα έβαλαν αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Η Αιμύρα θα ζωγράφιζε με το μαγικό της αίμα δέντρα και λουλούδια στους δρόμους της πόλης και τα ζώα θα πηγαίνανε να καταλάβουν το παλάτι. Έτσι και έγινε.

     Τα ζώα έτρεξαν αμέσως προς το παλάτι. Μόλις φθάσανε, το περικύκλωσαν, μέτρησαν μέχρι το δέκα και αμέσως μετά έκαναν τη μεγάλη έφοδο! Μπήκαν μέσα και τα έκαναν όλα γυαλιά καρφιά! 

     Οι φρουροί και οι υπηρέτες του βασιλιά πετάχτηκαν έντρομοι στους δρόμους, ενώ ο βασιλιάς έτρεξε και κλειδώθηκε στην βασιλική τουαλέτα. Ο ελέφαντας όμως με την προβοσκίδα του έσπασε το τζαμάκι της πόρτας και την ξεκλείδωσε από μέσα. 

     Ο βασιλιάς μόλις τον είδε τα έκανε πάνω του από τον φόβο και πριν προλάβει να τραβήξει το καζανάκι, έπαθε ανακοπή καρδιάς και ξεψύχησε πάνω στα βασιλικά πλακάκια.

     Το πετροχελίδονο έτρεξε σε όλα τα σπίτια της πόλης για να μεταφέρει το ευχάριστο μήνυμα. Οι άνθρωποι ξύπνησαν και βγήκαν στους δρόμους. Η πόλη τους είχε γίνει όμορφη όπως παλιά, γεμάτη με δέντρα και λουλούδια.

     Όλοι μαζί αποφάσισαν να ανακυρήξουν την Αιμύρα, βασίλισσά τους, και τα ζώα, πρίγκιπες της πόλης.

     Η χαρά όμως ολονών κράτησε πολύ λίγο, γιατί η Αιμύρα, εξαντλημένη από το τόσο πολύ αίμα που έχυσε, αρρώστησε βαριά. Όλοι οι γιατροί που την εξέτασαν είπαν πως από στιγμή σε στιγμή θα πέθαινε.

     Τα αγαπημένα της ζώα κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο, βρήκανε τον Χάρο και τον παρακάλεσαν να μην πάρει την αγαπημένη τους Αιμύρα, αλλά να πεθάνουν αυτά στη θέση της. 

     Ο Χάρος τους είπε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα, γιατί κι αυτός είναι αναγκασμένος να υπακούει στη Μοίρα. Μπορούσε όμως να την κάνει αστέρι...Ένα αστέρι στον ουρανό, για να μπορούν να την βλέπουν κάθε νύχτα.

     Από τότε, το αστέρι της Αιμύρας, κόκκινο και μαγικό, φτιαγμένο με το αίμα της, φωτίζει κάθε νύχτα τα βήματα των ζώων πάνω στη γη. Γιατί μόνο τα ζώα μπορούν να δουν αυτό το μαγικό, ματωμένο αστέρι.

alt

πηγή: ιπτάμενο κάστρο


Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Fairies Music

alt
alt


Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Fantasy Art and Mystic Dreams

alt
MoonGirl.gif Moon Girl image by meemerz_2008


Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Dream Music - Fairy Dance

alt
26850244oy4.jpg
alt


Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

H Λευκή Αρκούδα - παραμύθι από τον Καναδά

alt
 

     Ο γενναίος κυνηγός Ταλιρικτούγκ, έτρεχε πολλά μίλια πάνω στον πάγο, κυνηγώντας έναν γρήγορο Τάρανδο. Είχε εξαντληθεί. Όπως σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο κάτω από τα πόδια του. Ο πάγος, που πάνω του στεκόταν, έσπασε και απομακρυνόταν από τη στεριά. Πριν προλάβει να αντιδράσει, το κενό ανάμεσα σ' αυτόν και τη στεριά είχε μεγαλώσει πολύ για να μπορέσει να πηδήξει πίσω. Ο Ταλιρικτούγκ παρασύρθηκε στη θάλασσα, όπου τα κρύα γκρίζα κύματα αγκάλιαζαν το λεπτό παγόβουνο.

     Ώσπου να πέσει η νύχτα, ο Ταλιρικτούγκ άρχισε να πεινάει και να κρυώνει πολύ. Κανείς δεν τον είχε δει να κουνάει τα χέρια του ούτε τον είχε ακούσει να φωνάζει για βοήθεια. Δεν μπορούσε ούτε ψάρια να πιάσει, καθώς του είχε πέσει το καμάκι στο νερό.

     Ο Ταλιρικτούγκ σκέφτηκε να κολυμπήσει ως τη στεριά, ήξερε όμως πως δεν θα άντεχε για πολύ μέσα στα παγωμένα νερά. "Αν βουτήξω", σκέφτηκε, "η θεά της θάλασσας, η Σέντνα, θα με πιάσει από τα μαλλιά και θα με σύρει στο βασίλειό της, στα βάθη της θάλασσας".

     Κάθισε να περιμένει κάποιον να τον σώσει, κουλουριασμένος μέσα στα γούνινα ρούχα του. Μέρες ολόκληρες παρασυρόταν όλο και πιο μακριά  από τη στεριά.

     Μια νύχτα, καθώς κειτόταν τρέμοντας στον πάγο, νόμισε πως είδε μια τεράστια λευκή αρκούδα να τον κοιτάζει μέσα από τα γκριζωπά νερά. "Εγώ θα σε βοηθήσω", του είπε.

     Αρκούδα που μιλάει? Ο Ταλιρικτούγκ αναρωτήθηκε μήπως είχε περάσει στο βασίλειο των νεκρών και μπορούσε πια να βλέπει θαύματα, μυστικά από τους ζωντανούς.

     Το παγόβουνο ταλαντεύτηκε καθώς η αρκούδα σκαρφάλωσε αδέξια επάνω του. "Φάε", είπε, πετώντας ένα ψάρι μπροστά στον κυνηγό. "Πρέπει να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου μέχρι να σε βρουν".

     Ο Ταλιρικτούγκ έβαλε με λαχτάρα το ωμό ψάρι στο στόμα του, μασώντας εντόσθια και λέπια και ουρά. Ίσως τελικά να μην ήταν πεθαμένος - οι πεθαμένοι δεν τρώνε.

     Η αρκούδα τεντώθηκε πάνω στον πάγο. "Άσε με να τυλίξω τα χέρια μου γύρω σου να ζεσταθείς" του είπε. Σιγά σιγά, η θαλπωρή από το σώμα της αρκούδας έλιωσε τον πάγο από τα ρούχα του κυνηγού. Αφού ζεστάθηκε ως το κόκκαλο, τον πήρε ένας βαθύς ύπνος.

     Ξύπνησε κάποια στιγμή από τη ζεστή γλώσσα της αρκούδας που του έγλυφε το πρόσωπο. "Ξύπνα. Πλησιάζουμε σε στεριά" του είπε.

     Ο κυνηγός, στάθηκε στα πόδια του παραπατώντας, ψάχνοντας μέσ' το σκοτάδι.

     "Το ρεύμα άλλαξε όσο κοιμόσουν. Σώθηκες", είπε η αρκούδα και συνέχισε: "Η δουλειά μου τελείωσε".

     Το παγόβουνο ταρακουνήθηκε άλλη μια φορά από το βάρος της, καθώς η αρκούδα γλιστρούσε πίσω στη θάλασσα.

     "Πως σε λένε?" ρώτησε ο Ταλιρικτούγκ. "Πως θα σου το ξεπληρώσω?"

     "Είμαι ο Νανούκ, το μεγάλο πνεύμα, βοηθός των ανθρώπων", είπε η μεγάλη λευκή αρκούδα και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε κάτω από τα κύματα.

     Ο Ταλιρικτούγκ ένιωσε πως το παγόβουνο άγγιξε στεριά. Πήδηξε έξω από αυτό και άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι του...

πάγοι


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

He lives in you - Circle of Life

Lion King


Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Ο γάμος της Βατραχίνας - Παραμύθι από την Αυστρία

 

     Ένας τυροκόμος και η γυναίκα του που είχαν πάει για περίπατο στους λόφους, βρήκαν μια μικρή βατραχίνα μέσα σ' ένα εντελβάις.

     "Πάντα ήθελα μια κόρη", είπε η γυναίκα. "Θα μεγαλώσω αυτή τη βατραχίνα σα να ήτανε παιδί μου και θα την ονομάσω Καταρίνα".

     Το πλασματάκι, περνούσε καλά στο σπίτι του αγρότη. Έμαθε να μιλάει, να διαβάζει, ακόμη και να τραγουδάει. Είχε μια φωνή τόσο όμορφη, που όλοι τρελαίνονταν να την ακούν.

     Κάποιο απόγευμα, ένας πρίγκιπας έτυχε να περνάει από το αγρόκτημα. Άκουσε τη βατραχίνα που τραγουδούσε από το δωμάτιό της και αμέσως μαγεύτηκε.

     "Είναι η κόρη σας αυτή που ακούω?" ρώτησε τον αγρότη, που έπηζε το βούτηρο στο κατώφλι. "Μπορώ να της μιλήσω?"

     "Δυστυχώς η Καταρίνα δε δέχεται κανέναν", αποκρίθηκε ο τυροκόμος.

     "Μα την έχω ερωτευτεί", επέμενε ο πρίγκιπας. "Πείτε της ότι θέλω να την κάνω γυναίκα μου".

     Ο τυροκόμος σκούπισε τα χέρια του σε μια πετσέτα. "Θα δω ποια είναι η γνώμη της γι αυτό" είπε στον πρίγκιπα και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του σπιτιού του.

     Η βατραχίνα βαθιά μέσα της ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να παντρευτεί τον πρίγκιπα. Αναρωτιόταν όμως πως θα ήταν να ντυθεί νύφη, να δει από μέσα το παλάτι - ίσως ακόμη και να φιληθεί.

     Έτσι είπε το "ναι", με ένα όρο όμως: ο πρίγκιπας δεν θα την έβλεπε πριν από το γάμο, ούτε την ίδια μέρα πριν από την τελετή. Θα την έβλεπε στον Ναό, ούτε λεπτό νωρίτερα.

     "Πολύ μυστηριώδης νύφη", σκέφτηκε ενθουσιασμένος ο πρίγκιπας και δέχτηκε αμέσως τον όρο της Καταρίνα.

     Τη μέρα του γάμου, η γυναίκα του τυροκόμου, έντυσε την Καταρίνα με ένα νυφικό φτιαγμένο από χαρτί και η νύφη ξεκίνησε τραγουδώντας πάνω σε μια ψεύτικη παιδική άμαξα, που την έσερνε ένας κόκκορας.

     Καθώς πλησίαζαν το παλάτι, η μικρή βατραχίνα άρχισε να νοιώθει λίγη νευρικότητα. Ήλπιζε πως δεν θα θύμωνε ο πρίγκιπας από τη μικρή απάτη που είχε σκαρώσει.

     Σε μια στροφή του δρόμου, η Καταρίνα προσπέρασε τρεις νεράιδες που πήγαιναν στον γάμο. Η μια απ' αυτές έβηχε χωρίς σταματημό. Το πρόσωπό της είχε μελανιάσει.

     Οι φίλες της, την χτυπούσαν στην πλάτη με μανία.

     "Βοήθεια! Βοήθεια!"

     Η βατραχίνα σταμάτησε την άμαξα. "Τι συμβαίνει?" ρώτησε

     "Ένα κόκκαλο από ψάρι έχει κολήσει στο λαιμό της φίλης μας" απάντησαν οι δυο πρώτες νεράιδες.

     Η τρίτη νεράιδα προσπάθησε να μιλήσει, όμως δεν μπόρεσε. Το θέαμα μιας βατραχίνας με χάρτινο νυφικό, που πήγαινε βόλτα με μια άμαξα από ψεύτικο παιχνίδι που το έσερνε ένας κόκκορας, ήταν παραπάνω από όσο μπορούσε να αντέξει.

     Ο φοβερός βήχας μετατράπηκε σε ξέσπασμα άγριων γέλιων τέτοιων, που απομακρύνθηκε το κόκκαλο του ψαριού απο το λαιμό της!

     "Λοιπόν", είπε η πρώτη νεράιδα, "έσωσες τη ζωή της φίλης μας. Αυτό, αξίζει σπουδαία ανταμοιβή". Κούνησε το χέρι της και η παιδική άμαξα μεταμορφώθηκε σε πραγματική, που την έσερναν έξι λευκά άλογα.

     "Ορίστε η ανταμοιβή μου", είπε η δεύτερη νεράιδα. Με το μαγικό ραβδί της μεταμόρφωσε το χάρτινο νυφικό σ' ένα φόρεμα από μετάξι και δαντέλα.

     "Εγώ σου χρωστάω μεγαλύτερη χάρη απ' όλους", είπε η τρίτη νεράιδα. Σκόρπισε χρυσόσκονη στον αέρα, μουρμουρίζοντας ένα ξόρκι. Στη στιγμή η Καταρίνα μεταμορφώθηκε σε μια πανέμορφη κοπέλα, με μάτια που έλαμπαν από ευτυχία και ευγνωμοσύνη.

     Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν χαρμόσυνα καθώς η άμαξα σταματούσε έξω από το παλάτι. Οι φρουροί έτρεξαν να ανοίξουν την πύλη και ο πρίγκιπας θα αντίκρυζε για πρώτη φορά την κοπέλα που ερωτεύτηκε από τη φωνή της...

PALACE


Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Η μάχη της Κουκουβάγιας - Παραμύθι από τη Χαβάη

alt
 

     Αυτή η ιστορία μας διηγείται, γιατί οι χαβανέζοι τιμούν την κουκουβάγια.

     Μια φορά και ένα καιρό λοιπόν, στο νησί Οάχου, ένας πεινασμένος άντρας που τον έλεγαν Καπόι, σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο, στη φωλιά μιας κουκουβάγιας και πήρε μερικά αυγά.

     Καθώς τα τύλιγε μέσα σε φύλλα και ετοιμαζόταν να τα μαγειρέψει στη φωτιά, μια κουκουβάγια τον πλησίασε και κάθησε σ' ένα δέντρο παραδίπλα.

     "Σε παρακαλώ, μην καταστρέψεις τα αυγά μου, Καπόι", έσκουξε η κουκουβάγια.

     Το στομάχι του νεαρού, γουργούριζε από την πείνα. Γιατί να τα επιστρέψει, αφού τα είχε βρει αφύλαχτα?

     "Είναι δικά μου τώρα", αποκρίθηκε.

     "Σε ικετεύω Καπόι, μην σκοτώσεις τα παιδιά μου", είπε η κουκουβάγια φτερουγίζοντας.

     Ο Καπόι ντράπηκε για τον εγωισμό του. Ξαφνικά, δεν ένοιωθε πια τόσο πεινασμένος. Πως μπορούσε να φάει τα αυγά, με την κουκουβάγια να τον παρακολουθεί?

     "Έλα, λοιπόν, να τα πάρεις. Δεν μπορώ να περνάω εγώ καλά σε βάρος κάποιου άλλου", είπε.

     Η κουκουβάγια κάθησε στον ώμο του και ψιθύρισε, "Σ' ευχαριστώ, Καπόι. Το όνομά μου είναι Πουέο και είμαι ένας θεός, που εσείς οι θνητοί δεν γνωρίζετε ακόμη. Χτίσε μου ένα βωμό και εγώ θα σας προστατεύω απ' όλα τα κακά".

     Ένας θεός που υπόσχεται να προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό! Ο Καπόι πήρε πέτρες και ξύλα και έφτιαξε ένα μικρό βωμό. Ύστερα, έκανε θυσία στο θεό - κουκουβάγια.

     Ο καπνός από το βωμό υψώθηκε στον ουρανό, ευχαριστώντας τον Πουέο για την προστασία του. Η κουκουβάγια πέταξε μακριά, σκούζοντας απαλά και ο Καπόι ήξερε πως είχε κάνει το σωστό.

     Κάποιος όμως πρόσεξε τον καπνό στον ουρανό - κάποιος πολύ ισχυρός. Ήταν ο βασιλιάς του Ουάχου, ο Κακουχιουέουα.

     "Τολμάει κάποιος να κάνει θυσία χωρίς την άδειά μου?" ρώτησε κακόκεφα. "Δεν ξέρουν οι άνθρωποι ότι μόνο ο βασιλιάς μπορεί να προσφέρει θυσίες?"

     Οι φρουροί του πήγαν να δουν τι συνέβαινε. "Ένας νεαρός προσεύχεται σε κάποιον νέο θεό, την κουκουβάγια Πουέο", ανέφεραν στο βασιλιά.

     "Δεν πιστεύω πως υπάρχει τέτοιος θεός", είπε εκείνος. "Φέρτε μου αυτόν τον άντρα. Πρέπει να δικαστεί για υποκρισία και παράβαση των διαταγών μου".

     Ένα τεράστιο πλήθος συγκεντρώθηκε στη δίκη του Καπόι.

     "Σε πιάσαμε να λατρεύεις ένα θεό που εμείς δεν αναγνωρίζουμε", δήλωσε ο βασιλιάς. "Η θυσία σου, μπορεί να κάνει τη μεγάλη θεά του ηφαιστείου να θυμώσει. Μπορεί να ρίξει στα κεφάλια μας πύρινη βροχή ή ακόμη να βυθίσει το νησί μας. Γι αυτό, Καπόι, σε εξορίζω. Οι φρουροί μου θα σε μεταφέρουν δεμένο σ' ένα έρημο νησί, μακριά απο το σπίτι σου, απ' όπου δε θα επιστρέψεις ποτέ".

     Ένα έρημο νησί μακριά από το σπίτι του! Θα ήταν μια υπαίθρια φυλακή, χωρίς κανέναν για να μοιραστεί τη μουσική ή την τροφή, κανέναν για να μιλήσει, καμιά οικογένεια για να επισκεφτεί. "Ω Πουέο", ψιθύρισε ο Καπόι. "Χάρισα τη ζωή στα παιδιά σου. Σώσε με κι εσύ από μια μοίρα που είναι χειρότερη και από θάνατο!"

    Αμέσως, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο Καπόι και ο βασιλιάς κοίταξαν ψηλά και είδαν χιλιάδες κουκουβάγιες να ορμούν προς το μέρος τους - ένα θέαμα πολύ παράξενο, αφού οι κουκουβάγιες συνήθως κυκλοφορούν μόνο τη νύχτα, κάτω από το μανδύα του σκοταδιού.

     Ο αρχηγός των φρουρών σφύριξε μ' ένα μεγάλο κοχύλι και οι υπόλοιποι τράβηξαν τις λόγχες τους και τα ρόπαλά τους, που ήταν φτιαγμένα από δόντια καρχαρία.

     Οι κουκουβάγιες, κατέβαιναν και χιμούσαν πάνω τους, τρυπώντας τους με τα ράμφη και τα νύχια τους.

     Οι στρατιώτες μαζεύτηκαν γύρω από το βασιλιά, αφήνοντας τον Καπόι αφύλαχτο. Μια κουκουβάγια ράμφισε το σκοινί γύρω από τους καρπούς του, ελευθερώνοντάς τον. Ήταν ο ίδιος ο Πουέο, που ανταπέδιδε την καλοσύνη που είχε δεχτεί.

     "Η κουκουβάγια είναι πράγματι δυνατή ", φώναξε ο βασιλιάς Κακουχιουέουα. "Θα χτίσουμε ναούς και βωμούς στο όνομά της. Θα χορέψουμε προς τιμήν της".

     "Και ως ανταπόδοση, εκείνη θα μας προστατεύει", είπε ο Καπόι. "Δοξάστε τον Πουέο! Δοξάστε την κουκουβάγια!"

     Το πλήθος επεφήμισε και από τη μέρα εκείνη, οι χαβανέζοι πάντα τιμούν τις κουκουβάγιες..

alt


Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Arabian Nights

alt
Μελωδική Καλημέρα
 

Profile

musicland Σεβάχ ο θαλασσινός
Ταξιδεύοντας στον κόσμο των παραμυθιών και των παραμυθάδων είδα...
Το προφίλ μου

Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι, γαλέρες έρχονται και πάνε, ρεσάλτα κάνουνε οι μούτσοι, κι οι πειρατές μεθοκοπανε..

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δεκέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031
       
Powered by pathfinder blogs